くちごもる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διστάζω να μιλήσω, μουρμουρίζω, αναποφασίζω και τραυλίζω, παραπατώ στον λόγο

Παραδείγματα

  • かれくちごもる

    Αυτός διστάζει να μιλήσει.

  • 質問しつもんされて、かれすこくちごもってしまった。

    Όταν τον ρώτησαν, δίστασε λίγο να απαντήσει.

  • 社長しゃちょう計画けいかく不備ふび指摘してきされ、かれこたえにきゅうしてくちごもるばかりだった。

    Όταν ο πρόεδρος επεσήμανε τις ελλείψεις στο σχέδιο, αυτός δυσκολεύτηκε να απαντήσει και μόνο μουρμούριζε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
口ごもる
Παρόν (ευγενικό)
口ごもります
Άρνηση (απλή)
口ごもらない
Άρνηση (ευγενική)
口ごもりません
Παρελθόν (απλό)
口ごもった
Παρελθόν (ευγενικό)
口ごもりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
口ごもらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
口ごもりませんでした
Τε-μορφή
口ごもって
Δυνητική
口ごもれる
Προστακτική
口ごもれ
Βουλητική
口ごもろう
Υποθετική (ば)
口ごもれば