たたきつける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρίχνω βίαια πάνω σε, χτυπώ δυνατά, κοπανάω, πετάω με δύναμη, εκσφενδονίζω (π.χ. στο πάτωμα)
  2. 02 πετάω απότομα σε κάποιον (π.χ. ένα γράμμα)

Παραδείγματα

  • 子供こどもおこって、おもちゃをゆかたたきつけた

    Το παιδί, θυμωμένο, πέταξε το παιχνίδι στο πάτωμα.

  • つよかぜあめまどたたきつけていた。

    Ο δυνατός αέρας χτυπούσε τη βροχή πάνω στο παράθυρο.

  • 試合しあいけてくやしくて、っていたタオルを地面じめんたたきつけた

    Αφού έχασε στον αγώνα, από την απογοήτευση, πέταξε βίαια την πετσέτα που κρατούσε στο έδαφος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
叩きつける
Παρόν (ευγενικό)
叩きつけます
Άρνηση (απλή)
叩きつけない
Άρνηση (ευγενική)
叩きつけません
Παρελθόν (απλό)
叩きつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
叩きつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
叩きつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
叩きつけませんでした
Τε-μορφή
叩きつけて
Δυνητική
叩きつけられる
Προστακτική
叩きつけろ
Βουλητική
叩きつけよう
Υποθετική (ば)
叩きつければ