nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 叩
叩

5 πινελιές | Ρίζα: 口 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 χτυπάω
  2. 02 δέρνω, χτυπάω
  3. 03 προσκυνάω
  4. 04 χτυπάω
  5. 05 δέρνω, συντρίβω
  6. 06 επικρίνω, κατακρίνω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

コウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

たた.く、はた.く、すぎ

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 叩く χτυπάω, χαστουκίζω, δέρνω, χτυπώ ελαφρά, χειροκροτώ (τα χέρια), παίζω (τα ντραμς)
  • 叩きつける ρίχνω βίαια πάνω σε, χτυπώ δυνατά, κοπανάω, πετάω με δύναμη, εκσφενδονίζω (π.χ. στο πάτωμα)
  • 叩き込む καρφώνω (π.χ. ένα καρφί σε μια σανίδα), χτυπώ μέσα (π.χ. ένα χόουμ ραν στις κερκίδες)
  • 手を叩く χειροκροτώ
  • 叩き潰す χτυπώ και συνθλίβω, συντρίβω, πολτοποιώ
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων