叩きを掛ける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεσκονίζω (ράφια κ.λπ.), χρησιμοποιώ ξεσκονόπανο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 叩きを掛ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 叩きを掛けます
- Άρνηση (απλή)
- 叩きを掛けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 叩きを掛けません
- Παρελθόν (απλό)
- 叩きを掛けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 叩きを掛けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 叩きを掛けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 叩きを掛けませんでした
- Τε-μορφή
- 叩きを掛けて
- Δυνητική
- 叩きを掛けられる
- Προστακτική
- 叩きを掛けろ
- Βουλητική
- 叩きを掛けよう
- Υποθετική (ば)
- 叩きを掛ければ
- Υποθετική (たら)
- 叩きを掛けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 叩きを掛けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 叩きを掛けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 叩きを掛けなさい
- Παθητική
- 叩きを掛けられる
- Αιτιατική
- 叩きを掛けさせる