叩き出す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αρχίζω να χτυπώ
- 02 πετώ έξω, εκδιώκω βίαια, απολύω
- 03 σφυρηλατώ (μοτίβο, κ.λπ.) σε μέταλλο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 叩き出す
- Παρόν (ευγενικό)
- 叩き出します
- Άρνηση (απλή)
- 叩き出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 叩き出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 叩き出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 叩き出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 叩き出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 叩き出しませんでした
- Τε-μορφή
- 叩き出して
- Δυνητική
- 叩き出せる
- Προστακτική
- 叩き出せ
- Βουλητική
- 叩き出そう
- Υποθετική (ば)
- 叩き出せば
- Υποθετική (たら)
- 叩き出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 叩き出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 叩き出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 叩き出しなさい
- Παθητική
- 叩き出される
- Αιτιατική
- 叩き出させる