たた

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τεμαχίζω, κόβω (καυσόξυλα, κρέας κ.λπ.), αποκεφαλίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
叩き切る
Παρόν (ευγενικό)
叩き切ります
Άρνηση (απλή)
叩き切らない
Άρνηση (ευγενική)
叩き切りません
Παρελθόν (απλό)
叩き切った
Παρελθόν (ευγενικό)
叩き切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
叩き切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
叩き切りませんでした
Τε-μορφή
叩き切って
Δυνητική
叩き切れる
Προστακτική
叩き切れ
Βουλητική
叩き切ろう
Υποθετική (ば)
叩き切れば