叩き合う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αλληλοχτυπιέμαι, έρχομαι στα χέρια, παλεύω
- 02 λέω ο ένας στον άλλον (άσκοπα πράγματα, αστειότητες κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 叩き合う
- Παρόν (ευγενικό)
- 叩き合います
- Άρνηση (απλή)
- 叩き合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 叩き合いません
- Παρελθόν (απλό)
- 叩き合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 叩き合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 叩き合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 叩き合いませんでした
- Τε-μορφή
- 叩き合って
- Δυνητική
- 叩き合える
- Προστακτική
- 叩き合え
- Βουλητική
- 叩き合おう
- Υποθετική (ば)
- 叩き合えば
- Υποθετική (たら)
- 叩き合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 叩き合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 叩き合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 叩き合いなさい
- Παθητική
- 叩き合われる
- Αιτιατική
- 叩き合わせる