たた

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πουλάω με ζημιά
  2. 02 πουλάω φτηνά
  3. 03 ξεπουλάω, ξεφορτώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
叩き売る
Παρόν (ευγενικό)
叩き売ります
Άρνηση (απλή)
叩き売らない
Άρνηση (ευγενική)
叩き売りません
Παρελθόν (απλό)
叩き売った
Παρελθόν (ευγενικό)
叩き売りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
叩き売らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
叩き売りませんでした
Τε-μορφή
叩き売って
Δυνητική
叩き売れる
Προστακτική
叩き売れ
Βουλητική
叩き売ろう
Υποθετική (ば)
叩き売れば