たた

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατασβήνω χτυπώντας (φωτιά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
叩き消す
Παρόν (ευγενικό)
叩き消します
Άρνηση (απλή)
叩き消さない
Άρνηση (ευγενική)
叩き消しません
Παρελθόν (απλό)
叩き消した
Παρελθόν (ευγενικό)
叩き消しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
叩き消さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
叩き消しませんでした
Τε-μορφή
叩き消して
Δυνητική
叩き消せる
Προστακτική
叩き消せ
Βουλητική
叩き消そう
Υποθετική (ば)
叩き消せば