叩き潰す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χτυπώ και συνθλίβω, συντρίβω, πολτοποιώ
- 02 νικώ κατά κράτος, συντρίβω (αντίπαλο, ελπίδες κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 叩き潰す
- Παρόν (ευγενικό)
- 叩き潰します
- Άρνηση (απλή)
- 叩き潰さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 叩き潰しません
- Παρελθόν (απλό)
- 叩き潰した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 叩き潰しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 叩き潰さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 叩き潰しませんでした
- Τε-μορφή
- 叩き潰して
- Δυνητική
- 叩き潰せる
- Προστακτική
- 叩き潰せ
- Βουλητική
- 叩き潰そう
- Υποθετική (ば)
- 叩き潰せば
- Υποθετική (たら)
- 叩き潰したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 叩き潰したい
- Απαγορευτική (~な)
- 叩き潰すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 叩き潰しなさい
- Παθητική
- 叩き潰される
- Αιτιατική
- 叩き潰させる