たたなお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επαναφέρω στο σωστό σχήμα με χτυπήματα
  2. 02 διορθώνω (μια κακή συνήθεια, χαρακτηριστικό γνώρισμα κ.λπ.) μέσω της πειθαρχίας, συνετίζω (κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
叩き直す
Παρόν (ευγενικό)
叩き直します
Άρνηση (απλή)
叩き直さない
Άρνηση (ευγενική)
叩き直しません
Παρελθόν (απλό)
叩き直した
Παρελθόν (ευγενικό)
叩き直しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
叩き直さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
叩き直しませんでした
Τε-μορφή
叩き直して
Δυνητική
叩き直せる
Προστακτική
叩き直せ
Βουλητική
叩き直そう
Υποθετική (ば)
叩き直せば