たた

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καρφώνω (π.χ. ένα καρφί σε μια σανίδα), χτυπώ μέσα (π.χ. ένα χόουμ ραν στις κερκίδες)
  2. 02 ρίχνω μέσα (π.χ. στη φυλακή)
  3. 03 ενσταλάζω (σε κάποιον) (μια ιδέα, μια δεξιότητα κ.λπ.), εμφυσώ, εμπεδώνω

Παραδείγματα

  • くぎいたたたみます

    Καρφώνω ένα καρφί στην σανίδα.

  • かれ野球やきゅう試合しあいでホームランをたたんだ

    Στον αγώνα μπέιζμπολ, πέτυχε ένα home run.

  • おさなころから、両親りょうしんわたし礼儀正れいぎただしさをたたんでくれました。

    Από μικρή ηλικία, οι γονείς μου μου δίδαξαν την ευγένεια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
叩き込む
Παρόν (ευγενικό)
叩き込みます
Άρνηση (απλή)
叩き込まない
Άρνηση (ευγενική)
叩き込みません
Παρελθόν (απλό)
叩き込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
叩き込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
叩き込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
叩き込みませんでした
Τε-μορφή
叩き込んで
Δυνητική
叩き込める
Προστακτική
叩き込め
Βουλητική
叩き込もう
Υποθετική (ば)
叩き込めば