号令をかける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 δίνω παράγγελμα (π.χ. με δυνατή φωνή), δίνω διαταγή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 号令をかける
- Παρόν (ευγενικό)
- 号令をかけます
- Άρνηση (απλή)
- 号令をかけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 号令をかけません
- Παρελθόν (απλό)
- 号令をかけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 号令をかけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 号令をかけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 号令をかけませんでした
- Τε-μορφή
- 号令をかけて
- Δυνητική
- 号令をかけられる
- Προστακτική
- 号令をかけろ
- Βουλητική
- 号令をかけよう
- Υποθετική (ば)
- 号令をかければ
- Υποθετική (たら)
- 号令をかけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 号令をかけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 号令をかけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 号令をかけなさい
- Παθητική
- 号令をかけられる
- Αιτιατική
- 号令をかけさせる