るしげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υψώνω, ανεβάζω
  2. 02 επιπλήττω έντονα, επικρίνω ομαδικά, υποβάλλω σε άτυπη δίκη, βασανίζω με εχθρικές ερωτήσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
吊るし上げる
Παρόν (ευγενικό)
吊るし上げます
Άρνηση (απλή)
吊るし上げない
Άρνηση (ευγενική)
吊るし上げません
Παρελθόν (απλό)
吊るし上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
吊るし上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吊るし上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吊るし上げませんでした
Τε-μορφή
吊るし上げて
Δυνητική
吊るし上げられる
Προστακτική
吊るし上げろ
Βουλητική
吊るし上げよう
Υποθετική (ば)
吊るし上げれば