吊る
ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 κρεμώ, αναρτώ, αναρτώ σε ιμάντα, φέρω (π.χ. σπαθί), τοποθετώ (π.χ. ράφι)
- 02 αυτοκτονώ με απαγχονισμό
- 03 ανασηκώνω τον αντίπαλο από τα πόδια του πιάνοντάς τον από το περίζωμα
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα στρέφω προς τα πάνω, είναι σχιστά (για τα μάτια)
- 05 συνήθως γραμμένο με κάνα σουρώνω, μαζεύω (π.χ. μια ραφή), τεντώνομαι υπερβολικά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 吊る
- Παρόν (ευγενικό)
- 吊ります
- Άρνηση (απλή)
- 吊らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 吊りません
- Παρελθόν (απλό)
- 吊った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 吊りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 吊らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 吊りませんでした
- Τε-μορφή
- 吊って
- Δυνητική
- 吊れる
- Προστακτική
- 吊れ
- Βουλητική
- 吊ろう
- Υποθετική (ば)
- 吊れば
- Υποθετική (たら)
- 吊ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 吊りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 吊るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 吊りなさい
- Παθητική
- 吊られる
- Αιτιατική
- 吊らせる