ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρεμώ, αναρτώ, αναρτώ σε ιμάντα, φέρω (π.χ. σπαθί), τοποθετώ (π.χ. ράφι)
  2. 02 αυτοκτονώ με απαγχονισμό
  3. 03 ανασηκώνω τον αντίπαλο από τα πόδια του πιάνοντάς τον από το περίζωμα
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα στρέφω προς τα πάνω, είναι σχιστά (για τα μάτια)
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα σουρώνω, μαζεύω (π.χ. μια ραφή), τεντώνομαι υπερβολικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
吊る
Παρόν (ευγενικό)
吊ります
Άρνηση (απλή)
吊らない
Άρνηση (ευγενική)
吊りません
Παρελθόν (απλό)
吊った
Παρελθόν (ευγενικό)
吊りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吊らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吊りませんでした
Τε-μορφή
吊って
Δυνητική
吊れる
Προστακτική
吊れ
Βουλητική
吊ろう
Υποθετική (ば)
吊れば