どうはんしゅっきん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνοδεία πελάτη κατά την προσέλευση στην εργασία (για οικοδέσποινα μπαρ)

Κλίση

Παρόν (απλό)
同伴出勤する
Παρόν (ευγενικό)
同伴出勤します
Άρνηση (απλή)
同伴出勤しない
Άρνηση (ευγενική)
同伴出勤しません
Παρελθόν (απλό)
同伴出勤した
Παρελθόν (ευγενικό)
同伴出勤しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
同伴出勤しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
同伴出勤しませんでした
Τε-μορφή
同伴出勤して
Δυνητική
同伴出勤できる
Προστακτική
同伴出勤しろ
Βουλητική
同伴出勤しよう
Υποθετική (ば)
同伴出勤すれば