同伴出勤
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνοδεία πελάτη κατά την προσέλευση στην εργασία (για οικοδέσποινα μπαρ)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 同伴出勤する
- Παρόν (ευγενικό)
- 同伴出勤します
- Άρνηση (απλή)
- 同伴出勤しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 同伴出勤しません
- Παρελθόν (απλό)
- 同伴出勤した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 同伴出勤しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 同伴出勤しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 同伴出勤しませんでした
- Τε-μορφή
- 同伴出勤して
- Δυνητική
- 同伴出勤できる
- Προστακτική
- 同伴出勤しろ
- Βουλητική
- 同伴出勤しよう
- Υποθετική (ば)
- 同伴出勤すれば
- Υποθετική (たら)
- 同伴出勤したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 同伴出勤したい
- Απαγορευτική (~な)
- 同伴出勤するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 同伴出勤しなさい
- Παθητική
- 同伴出勤される
- Αιτιατική
- 同伴出勤させる