かた

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποδύομαι κάποιον, χρησιμοποιώ ψευδώνυμο, κάνω δόλια χρήση του ονόματος κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
名を騙る
Παρόν (ευγενικό)
名を騙ります
Άρνηση (απλή)
名を騙らない
Άρνηση (ευγενική)
名を騙りません
Παρελθόν (απλό)
名を騙った
Παρελθόν (ευγενικό)
名を騙りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
名を騙らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
名を騙りませんでした
Τε-μορφή
名を騙って
Δυνητική
名を騙れる
Προστακτική
名を騙れ
Βουλητική
名を騙ろう
Υποθετική (ば)
名を騙れば