nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 騙
騙

19 πινελιές | Ρίζα: 馬 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 εξαπατώ

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ヘン

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

かた.る、だま.す

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 騙す ξεγελώ, εξαπατώ, παραπλανώ, κοροϊδεύω, κλέβω
  • 騙る εξαπατώ κάποιον για να του αποσπάσω χρήματα ή περιουσία
  • 名を騙る υποδύομαι κάποιον, χρησιμοποιώ ψευδώνυμο, κάνω δόλια χρήση του ονόματος κάποιου
  • 騙されやすい εύπιστος, αφεδής
  • 騙し εξαπάτηση, εξαπάτηση, ξεγέλασμα
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων