なが

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρασύρω με τον άνεμο, εκτρέπω (πλοίο) από την πορεία του λόγω ανέμου
  2. 02 κάνω να κυματίζει, υψώνω (σημαία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
吹き流す
Παρόν (ευγενικό)
吹き流します
Άρνηση (απλή)
吹き流さない
Άρνηση (ευγενική)
吹き流しません
Παρελθόν (απλό)
吹き流した
Παρελθόν (ευγενικό)
吹き流しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吹き流さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吹き流しませんでした
Τε-μορφή
吹き流して
Δυνητική
吹き流せる
Προστακτική
吹き流せ
Βουλητική
吹き流そう
Υποθετική (ば)
吹き流せば