れる

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα δίνω, επιτρέπω σε κάποιον να έχει
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα δίνω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω κάτι για χάρη κάποιου, μπαίνω στον κόπο να κάνω
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω κάτι εις βάρος κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
呉れる
Παρόν (ευγενικό)
呉れます
Άρνηση (απλή)
呉れない
Άρνηση (ευγενική)
呉れません
Παρελθόν (απλό)
呉れた
Παρελθόν (ευγενικό)
呉れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
呉れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
呉れませんでした
Τε-μορφή
呉れて
Δυνητική
呉れられる
Προστακτική
呉れろ
Βουλητική
呉れよう
Υποθετική (ば)
呉れれば