呑んでかかる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υποτιμώ, θεωρώ ασήμαντο
- 02 καταβάλλω, κυριεύω (π.χ. αντίπαλο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 呑んでかかる
- Παρόν (ευγενικό)
- 呑んでかかります
- Άρνηση (απλή)
- 呑んでかからない
- Άρνηση (ευγενική)
- 呑んでかかりません
- Παρελθόν (απλό)
- 呑んでかかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 呑んでかかりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 呑んでかからなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 呑んでかかりませんでした
- Τε-μορφή
- 呑んでかかって
- Δυνητική
- 呑んでかかれる
- Προστακτική
- 呑んでかかれ
- Βουλητική
- 呑んでかかろう
- Υποθετική (ば)
- 呑んでかかれば
- Υποθετική (たら)
- 呑んでかかったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 呑んでかかりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 呑んでかかるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 呑んでかかりなさい
- Παθητική
- 呑んでかかられる
- Αιτιατική
- 呑んでかからせる