たん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μιλάω κοφτά ή απότομα (π.χ. κατά τη διάρκεια μιας έντονης συζήτησης ή καβγά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
啖呵を切る
Παρόν (ευγενικό)
啖呵を切ります
Άρνηση (απλή)
啖呵を切らない
Άρνηση (ευγενική)
啖呵を切りません
Παρελθόν (απλό)
啖呵を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
啖呵を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
啖呵を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
啖呵を切りませんでした
Τε-μορφή
啖呵を切って
Δυνητική
啖呵を切れる
Προστακτική
啖呵を切れ
Βουλητική
啖呵を切ろう
Υποθετική (ば)
啖呵を切れば