善処
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χειρίζομαι καταλλήλως μια κατάσταση, λαμβάνω τα κατάλληλα μέτρα, αντιμετωπίζω ένα ζήτημα με προσοχή, αξιοποιώ στο έπακρο μια δυσάρεστη κατάσταση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 善処する
- Παρόν (ευγενικό)
- 善処します
- Άρνηση (απλή)
- 善処しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 善処しません
- Παρελθόν (απλό)
- 善処した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 善処しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 善処しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 善処しませんでした
- Τε-μορφή
- 善処して
- Δυνητική
- 善処できる
- Προστακτική
- 善処しろ
- Βουλητική
- 善処しよう
- Υποθετική (ば)
- 善処すれば
- Υποθετική (たら)
- 善処したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 善処したい
- Απαγορευτική (~な)
- 善処するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 善処しなさい
- Παθητική
- 善処される
- Αιτιατική
- 善処させる