さえず

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κελαηδώ, τιτιβίζω, κελαηδίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
囀る
Παρόν (ευγενικό)
囀ります
Άρνηση (απλή)
囀らない
Άρνηση (ευγενική)
囀りません
Παρελθόν (απλό)
囀った
Παρελθόν (ευγενικό)
囀りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
囀らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
囀りませんでした
Τε-μορφή
囀って
Δυνητική
囀れる
Προστακτική
囀れ
Βουλητική
囀ろう
Υποθετική (ば)
囀れば