埋める
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: うめる
- 01 καλύπτω, θάβω (π.χ. το πρόσωπό μου στα χέρια μου), βυθίζω
- 02 γεμίζω (πλήρως), παραγεμίζω, πακετάρω, στριμώχνω, συμπληρώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 埋める
- Παρόν (ευγενικό)
- 埋めます
- Άρνηση (απλή)
- 埋めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 埋めません
- Παρελθόν (απλό)
- 埋めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 埋めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 埋めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 埋めませんでした
- Τε-μορφή
- 埋めて
- Δυνητική
- 埋められる
- Προστακτική
- 埋めろ
- Βουλητική
- 埋めよう
- Υποθετική (ば)
- 埋めれば
- Υποθετική (たら)
- 埋めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 埋めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 埋めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 埋めなさい
- Παθητική
- 埋められる
- Αιτιατική
- 埋めさせる