執拗しつこ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επίμονος, πεισματάρης, αδιάλλακτος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα βαρύς (για γεύση κ.λπ.), λιπαρός, πολύ πλούσιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
執拗い
Παρόν (ευγενικό)
執拗いです
Άρνηση (απλή)
執拗くない
Άρνηση (ευγενική)
執拗くないです
Παρελθόν (απλό)
執拗かった
Παρελθόν (ευγενικό)
執拗かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
執拗くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
執拗くなかったです
Τε-μορφή
執拗くて
Υποθετική (ば)
執拗ければ