nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 拗
拗

8 πινελιές | Ρίζα: 手 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 στρεβλός
  2. 02 στριμμένος
  3. 03 διαστρεβλωμένος
  4. 04 διεστραμμένος
  5. 05 δύστροπος

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

オウ、ヨウ、イク、ユウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ねじ.れる、こじ.れる、す.ねる、ねじ.ける

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 拗ねる μουτρώνω, γκρινιάζω, κατσουφιάζω
  • 執拗 επίμονος, πεισματάρης, αδιάλλακτος, ακαταπόνητος, επιτακτικός, ενοχλητικά επίμονος, αμετακίνητος, ξεροκέφαλος
  • 拗らせる περιπλέκω, χειροτερεύω, επιδεινώνω
  • 拗れる περιπλέκομαι, επιδεινώνομαι, χαλάω
  • 拗音 συμπτυχμένος φθόγγος, ουρανισμένος φθόγγος (π.χ. ιαπωνικές μόρες με μικρά κάνα), ουρανισμένος φθόγγος
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων