しょいり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άφιξη των παλαιστών στον χώρο διεξαγωγής του τουρνουά

Κλίση

Παρόν (απλό)
場所入する
Παρόν (ευγενικό)
場所入します
Άρνηση (απλή)
場所入しない
Άρνηση (ευγενική)
場所入しません
Παρελθόν (απλό)
場所入した
Παρελθόν (ευγενικό)
場所入しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
場所入しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
場所入しませんでした
Τε-μορφή
場所入して
Δυνητική
場所入できる
Προστακτική
場所入しろ
Βουλητική
場所入しよう
Υποθετική (ば)
場所入すれば