塗りたくる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταλερώνω (με μπογιά), αλείφω, βάφω έντονα, απλώνω παχύρρευστα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 塗りたくる
- Παρόν (ευγενικό)
- 塗りたくります
- Άρνηση (απλή)
- 塗りたくらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 塗りたくりません
- Παρελθόν (απλό)
- 塗りたくった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 塗りたくりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 塗りたくらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 塗りたくりませんでした
- Τε-μορφή
- 塗りたくって
- Δυνητική
- 塗りたくれる
- Προστακτική
- 塗りたくれ
- Βουλητική
- 塗りたくろう
- Υποθετική (ば)
- 塗りたくれば
- Υποθετική (たら)
- 塗りたくったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 塗りたくりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 塗りたくるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 塗りたくりなさい
- Παθητική
- 塗りたくられる
- Αιτιατική
- 塗りたくらせる