塗り固める
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επικαλύπτω μια επιφάνεια με υλικό που στερεοποιείται (π.χ. στόκο, σοβά, λάκα)
- 02 καλύπτω (π.χ. την αλήθεια), συγκαλύπτω με ψέματα ή φήμες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 塗り固める
- Παρόν (ευγενικό)
- 塗り固めます
- Άρνηση (απλή)
- 塗り固めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 塗り固めません
- Παρελθόν (απλό)
- 塗り固めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 塗り固めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 塗り固めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 塗り固めませんでした
- Τε-μορφή
- 塗り固めて
- Δυνητική
- 塗り固められる
- Προστακτική
- 塗り固めろ
- Βουλητική
- 塗り固めよう
- Υποθετική (ば)
- 塗り固めれば
- Υποθετική (たら)
- 塗り固めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 塗り固めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 塗り固めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 塗り固めなさい
- Παθητική
- 塗り固められる
- Αιτιατική
- 塗り固めさせる