える

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξαναβάφω, βάφω πάλι, βάφω σε διαφορετικό χρώμα
  2. 02 αλλάζω εντελώς, καταρρίπτω (π.χ. ένα ρεκόρ), ανασχεδιάζω (π.χ. τον χάρτη), αναδιαμορφώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
塗り替える
Παρόν (ευγενικό)
塗り替えます
Άρνηση (απλή)
塗り替えない
Άρνηση (ευγενική)
塗り替えません
Παρελθόν (απλό)
塗り替えた
Παρελθόν (ευγενικό)
塗り替えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
塗り替えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
塗り替えませんでした
Τε-μορφή
塗り替えて
Δυνητική
塗り替えられる
Προστακτική
塗り替えろ
Βουλητική
塗り替えよう
Υποθετική (ば)
塗り替えれば