塗ぬる

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: まぶる

  1. 01 βάφω, απλώνω, αλείφω, σοβατίζω, εφαρμόζω (π.χ. κρέμα, λοσιόν), λουστράρω, βερνικώνω, κολλάω (π.χ. ταπετσαρία)

Παραδείγματα

  • 壁かべを塗ぬります。

    Βάφω τον τοίχο.

  • 彼女かのじょはパンにバターを塗ぬっています。

    Αυτή αλείφει βούτυρο στο ψωμί.

  • 古ふるい家具かぐにペンキを塗り直ぬりなおして、新たあらたな命いのちを吹き込ふきこみました。

    Ξαναέβαψα τα παλιά έπιπλα και τους έδωσα νέα πνοή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
塗る
Παρόν (ευγενικό)
塗ります
Άρνηση (απλή)
塗らない
Άρνηση (ευγενική)
塗りません
Παρελθόν (απλό)
塗った
Παρελθόν (ευγενικό)
塗りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
塗らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
塗りませんでした
Τε-μορφή
塗って
Δυνητική
塗れる
Προστακτική
塗れ
Βουλητική
塗ろう
Υποθετική (ば)
塗れば