まみれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αλείφομαι, λερώνομαι
  2. 02 καλύπτομαι πλήρως, κατακλύζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
塗れる
Παρόν (ευγενικό)
塗れます
Άρνηση (απλή)
塗れない
Άρνηση (ευγενική)
塗れません
Παρελθόν (απλό)
塗れた
Παρελθόν (ευγενικό)
塗れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
塗れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
塗れませんでした
Τε-μορφή
塗れて
Δυνητική
塗れられる
Προστακτική
塗れろ
Βουλητική
塗れよう
Υποθετική (ば)
塗れれば