売り叩く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πιέζω τις τιμές προς τα κάτω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 売り叩く
- Παρόν (ευγενικό)
- 売り叩きます
- Άρνηση (απλή)
- 売り叩かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 売り叩きません
- Παρελθόν (απλό)
- 売り叩いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 売り叩きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 売り叩かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 売り叩きませんでした
- Τε-μορφή
- 売り叩いて
- Δυνητική
- 売り叩ける
- Προστακτική
- 売り叩け
- Βουλητική
- 売り叩こう
- Υποθετική (ば)
- 売り叩けば
- Υποθετική (たら)
- 売り叩いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 売り叩きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 売り叩くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 売り叩きなさい
- Παθητική
- 売り叩かれる
- Αιτιατική
- 売り叩かせる