がいきん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εργασία εκτός γραφείου, εξωτερική υπηρεσία

Κλίση

Παρόν (απλό)
外勤する
Παρόν (ευγενικό)
外勤します
Άρνηση (απλή)
外勤しない
Άρνηση (ευγενική)
外勤しません
Παρελθόν (απλό)
外勤した
Παρελθόν (ευγενικό)
外勤しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
外勤しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
外勤しませんでした
Τε-μορφή
外勤して
Δυνητική
外勤できる
Προστακτική
外勤しろ
Βουλητική
外勤しよう
Υποθετική (ば)
外勤すれば