てる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποστηρίζω, στηρίζω, συσπειρώνομαι γύρω από κάποιον
  2. 02 αναζωογονώ (π.χ. μια εταιρεία), τονώνω (π.χ. το ηθικό)
  3. 03 ανατρέφω, μεγαλώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
守り立てる
Παρόν (ευγενικό)
守り立てます
Άρνηση (απλή)
守り立てない
Άρνηση (ευγενική)
守り立てません
Παρελθόν (απλό)
守り立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
守り立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
守り立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
守り立てませんでした
Τε-μορφή
守り立てて
Δυνητική
守り立てられる
Προστακτική
守り立てろ
Βουλητική
守り立てよう
Υποθετική (ば)
守り立てれば