封ほうじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ふうじる

  1. 01 ιστορικό παραχωρώ φέουδο σε κάποιον, καθιστώ κάποιον φεουδάρχη

Παραδείγματα

  • 国くにを封ほうじる。

    Δίνω μια περιοχή ως φέουδο.

  • 彼かれは王おうによって封ほうじられた土地とちを治おさめた。

    Αυτός κυβέρνησε τη γη που του παραχωρήθηκε από τον βασιλιά ως φέουδο.

  • 昔むかし、功績こうせきのあった者ものは、領地りょうちを封ほうじられて権力けんりょくを持もつことができた。

    Παλιά, όσοι είχαν επιτυχίες μπορούσαν να λάβουν εδάφη ως φέουδα και να αποκτήσουν εξουσία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
封じる
Παρόν (ευγενικό)
封じます
Άρνηση (απλή)
封じない
Άρνηση (ευγενική)
封じません
Παρελθόν (απλό)
封じた
Παρελθόν (ευγενικό)
封じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
封じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
封じませんでした
Τε-μορφή
封じて
Δυνητική
封じられる
Προστακτική
封じろ
Βουλητική
封じよう
Υποθετική (ば)
封じれば