専せん門もん

ουσιαστικό | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικότητα, ειδικό αντικείμενο σπουδών, τομέας εξειδίκευσης, πεδίο, κατεύθυνση
  2. 02 αποκλειστικό ενδιαφέρον, μοναδική εστίαση, αποκλειστική ενασχόληση, προσήλωση σε ένα αντικείμενο

Παραδείγματα

  • 私わたしの専門せんもんは日本語にほんごです。

    Η ειδικότητά μου είναι τα ιαπωνικά.

  • 大学だいがくで経済学けいざいがくを専門せんもんに学まなびました。

    Στο πανεπιστήμιο, εξειδικεύτηκα στα οικονομικά.

  • 彼かれはその分野ぶんやの専門家せんもんかなので、何なにか困こまったことがあれば彼かれに相談そうだんすると良よいでしょう。

    Επειδή είναι ειδικός σε αυτόν τον τομέα, θα ήταν καλό να τον συμβουλευτείς αν αντιμετωπίζεις κάποιο πρόβλημα.