屋や敷しき

ουσιαστικό | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατοικία, κτήμα, χώροι, εγκαταστάσεις, έπαυλη, μέγαρο

Παραδείγματα

  • あれは大おおきな屋敷やしきです。

    Αυτή είναι μια μεγάλη έπαυλη.

  • その古ふるい屋敷やしきには、美うつくしい庭にわがあります。

    Η παλιά έπαυλη έχει έναν όμορφο κήπο.

  • 長ながい間あいだ空あき家やとなっていたあの屋敷やしきには、どこか神秘的しんぴてきな雰囲気ふんいきが漂ただよっています。

    Λέγεται πως μια μυστηριώδης ατμόσφαιρα πλανάται πάνω από εκείνη την έπαυλη, που παραμένει άδεια εδώ και πολλά χρόνια.