nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 敷
敷

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 15 πινελιές | Ρίζα: 攴 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 απλώνω
  2. 02 στρώνω
  3. 03 κάθομαι
  4. 04 δημοσιεύω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

フ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

し.く、-し.き

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 敷く απλώνω, στρώνω (π.χ. ένα φουτόν)
  • 屋敷 κατοικία, κτήμα, χώροι, εγκαταστάσεις, έπαυλη, μέγαρο
  • 敷地 οικόπεδο, χώρος, έκταση, τεμάχιο
  • 座敷 δωμάτιο με τατάμι, δωμάτιο στρωμένο με ψάθες, επίσημο ιαπωνικό δωμάτιο
  • 敷き詰める καλύπτω μια επιφάνεια, απλώνω παντού, καλύπτω σαν κουβέρτα, στρώνω
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων