屯す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι, αράζω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα παρατάσσομαι (στρατεύματα), στρατοπεδεύω, διαμένω σε στρατώνες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 屯す
- Παρόν (ευγενικό)
- 屯します
- Άρνηση (απλή)
- 屯さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 屯しません
- Παρελθόν (απλό)
- 屯した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 屯しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 屯さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 屯しませんでした
- Τε-μορφή
- 屯して
- Δυνητική
- 屯せる
- Προστακτική
- 屯せ
- Βουλητική
- 屯そう
- Υποθετική (ば)
- 屯せば
- Υποθετική (たら)
- 屯したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 屯したい
- Απαγορευτική (~な)
- 屯すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 屯しなさい
- Παθητική
- 屯される
- Αιτιατική
- 屯させる