山出し
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επαρχιώτης, άτομο από την ύπαιθρο, αγροίκος που μόλις έφτασε από την επαρχία
- 02 μεταφορά από τα βουνά (π.χ. κομμένης ξυλείας)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 山出しする
- Παρόν (ευγενικό)
- 山出しします
- Άρνηση (απλή)
- 山出ししない
- Άρνηση (ευγενική)
- 山出ししません
- Παρελθόν (απλό)
- 山出しした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 山出ししました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 山出ししなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 山出ししませんでした
- Τε-μορφή
- 山出しして
- Δυνητική
- 山出しできる
- Προστακτική
- 山出ししろ
- Βουλητική
- 山出ししよう
- Υποθετική (ば)
- 山出しすれば
- Υποθετική (たら)
- 山出ししたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 山出ししたい
- Απαγορευτική (~な)
- 山出しするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 山出ししなさい
- Παθητική
- 山出しされる
- Αιτιατική
- 山出しさせる