差し伸べる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκτείνω, απλώνω (π.χ. τα χέρια μου), προτείνω
- 02 εκτοξεύω (ακόντιο)
- 03 προσφέρω (π.χ. βοήθεια, συνδρομή)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 差し伸べる
- Παρόν (ευγενικό)
- 差し伸べます
- Άρνηση (απλή)
- 差し伸べない
- Άρνηση (ευγενική)
- 差し伸べません
- Παρελθόν (απλό)
- 差し伸べた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 差し伸べました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 差し伸べなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 差し伸べませんでした
- Τε-μορφή
- 差し伸べて
- Δυνητική
- 差し伸べられる
- Προστακτική
- 差し伸べろ
- Βουλητική
- 差し伸べよう
- Υποθετική (ば)
- 差し伸べれば
- Υποθετική (たら)
- 差し伸べたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 差し伸べたい
- Απαγορευτική (~な)
- 差し伸べるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 差し伸べなさい
- Παθητική
- 差し伸べられる
- Αιτιατική
- 差し伸べさせる