差さし出だす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τείνω, απλώνω (π.χ. το χέρι)
  2. 02 παρουσιάζω, υποβάλλω, καταθέτω, προσφέρω
  3. 03 θυσιάζω, παραχωρώ, δίνω
  4. 04 στέλνω, προωθώ, διαβιβάζω

Παραδείγματα

  • 手てを差し出すさしだす。

    Απλώνω το χέρι.

  • 困こまっている人ひとに手てを差し出すさしだすべきだ。

    Πρέπει να βοηθάμε τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν δυσκολίες.

  • 彼かれは会社かいしゃの将来しょうらいのために、自分じぶんの全財産ぜんざいさんを差し出すさしだすと言いった。

    Είπε ότι θα θυσιάσει όλη του την περιουσία για το μέλλον της εταιρείας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
差し出す
Παρόν (ευγενικό)
差し出します
Άρνηση (απλή)
差し出さない
Άρνηση (ευγενική)
差し出しません
Παρελθόν (απλό)
差し出した
Παρελθόν (ευγενικό)
差し出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
差し出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
差し出しませんでした
Τε-μορφή
差し出して
Δυνητική
差し出せる
Προστακτική
差し出せ
Βουλητική
差し出そう
Υποθετική (ば)
差し出せば