布教
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διάδοση (π.χ. μιας θρησκείας), προσηλυτισμός, ιεραποστολικό έργο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 布教する
- Παρόν (ευγενικό)
- 布教します
- Άρνηση (απλή)
- 布教しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 布教しません
- Παρελθόν (απλό)
- 布教した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 布教しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 布教しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 布教しませんでした
- Τε-μορφή
- 布教して
- Δυνητική
- 布教できる
- Προστακτική
- 布教しろ
- Βουλητική
- 布教しよう
- Υποθετική (ば)
- 布教すれば
- Υποθετική (たら)
- 布教したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 布教したい
- Απαγορευτική (~な)
- 布教するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 布教しなさい
- Παθητική
- 布教される
- Αιτιατική
- 布教させる