帰かえる

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιστρέφω, έρχομαι σπίτι, πηγαίνω σπίτι, γυρίζω πίσω
  2. 02 φεύγω (για επισκέπτη, πελάτη κ.λπ.)
  3. 03 φτάνω σπίτι, φτάνω στην τελική βάση (στο μπέιζμπολ)

Παραδείγματα

  • 家いえに帰かえります。

    Πάω σπίτι.

  • 仕事しごとが終おわったら、すぐに家いえに帰かえります。

    Μόλις τελειώσει η δουλειά, θα πάω αμέσως σπίτι.

  • 子供こどもの頃ころ、学校がっこうから帰かえると、いつもおやつを食たべるのが楽たのしみでした。

    Όταν ήμουν παιδί, πάντα ανυπομονούσα να φάω το κολατσιό μου μόλις γύριζα από το σχολείο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
帰る
Παρόν (ευγενικό)
帰ります
Άρνηση (απλή)
帰らない
Άρνηση (ευγενική)
帰りません
Παρελθόν (απλό)
帰った
Παρελθόν (ευγενικό)
帰りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
帰らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
帰りませんでした
Τε-μορφή
帰って
Δυνητική
帰れる
Προστακτική
帰れ
Βουλητική
帰ろう
Υποθετική (ば)
帰れば