かん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γραμματέας, συντονιστής, οργανωτής, υπεύθυνος διοργάνωσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
幹事する
Παρόν (ευγενικό)
幹事します
Άρνηση (απλή)
幹事しない
Άρνηση (ευγενική)
幹事しません
Παρελθόν (απλό)
幹事した
Παρελθόν (ευγενικό)
幹事しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
幹事しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
幹事しませんでした
Τε-μορφή
幹事して
Δυνητική
幹事できる
Προστακτική
幹事しろ
Βουλητική
幹事しよう
Υποθετική (ば)
幹事すれば