ひさしして母屋おもやられる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός εκμεταλλεύομαι την καλοσύνη κάποιου, δίνω το δάχτυλο και παίρνουν όλο το χέρι, παραχωρώ τη σκεπή και μου παίρνουν ολόκληρο το σπίτι
  2. 02 ιδιωματισμός ανταποδίδω μια χάρη με κακία

Κλίση

Παρόν (απλό)
庇を貸して母屋を取られる
Παρόν (ευγενικό)
庇を貸して母屋を取られます
Άρνηση (απλή)
庇を貸して母屋を取られない
Άρνηση (ευγενική)
庇を貸して母屋を取られません
Παρελθόν (απλό)
庇を貸して母屋を取られた
Παρελθόν (ευγενικό)
庇を貸して母屋を取られました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
庇を貸して母屋を取られなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
庇を貸して母屋を取られませんでした
Τε-μορφή
庇を貸して母屋を取られて
Δυνητική
庇を貸して母屋を取られられる
Προστακτική
庇を貸して母屋を取られろ
Βουλητική
庇を貸して母屋を取られよう
Υποθετική (ば)
庇を貸して母屋を取られれば