いら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αγγίζω, ψηλαφίζω, παίζω με κάτι, πειράζω κάτι με τα δάχτυλα
  2. 02 αρχαϊκό περιπαίζω, κοροϊδεύω, διακωμωδώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
弄う
Παρόν (ευγενικό)
弄います
Άρνηση (απλή)
弄わない
Άρνηση (ευγενική)
弄いません
Παρελθόν (απλό)
弄った
Παρελθόν (ευγενικό)
弄いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
弄わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
弄いませんでした
Τε-μορφή
弄って
Δυνητική
弄える
Προστακτική
弄え
Βουλητική
弄おう
Υποθετική (ば)
弄えば