nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 弄
弄

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 7 πινελιές | Ρίζα: 廾 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 παίζω με
  2. 02 πειράζω
  3. 03 παίζω επιπόλαια με

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ロウ、ル

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

いじく.る、ろう.する、いじ.る、ひねく.る、たわむ.れる、もてあそ.ぶ

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 弄ぶ παίζω με κάτι (παιχνίδι, μαλλιά κ.ά.), περιεργάζομαι με τα δάχτυλα
  • 翻弄 εξουσιάζω, παίζω με κάποιον, κοροϊδεύω, οδηγώ κάποιον από τη μύτη, παρασύρω, κλυδωνίζω (πλοίο), καταβάλλω
  • 弄る ψηλαφίζω, αγγίζω, παίζω με κάτι, πειράζω κάτι με τα δάχτυλα
  • 愚弄 κοροϊδία, χλευασμός, εμπαιγμός
  • 弄する παίζω με, αστειεύομαι, χρησιμοποιώ (κυρίως κόλπα, σοφιστείες κ.λπ.)
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων